Πράσινη πολιτική τροφίμων για την Ευρώπη
Ενίσχυση του ευρωπαϊκού διατροφικού πολιτισμού
(Όπως εγκρίθηκε από το Συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Κόμματος των Πρασίνων,
Μοντρέιγ, Παρίσι, 9-12 Οκτωβρίου 2008)
1. Τα υγιεινά και γευστικά τρόφιμα είναι πολιτική υπόθεση
Ένα από τα πολυτιμότερα κοινά αγαθά που μοιραζόμαστε στην Ευρώπη είναι η ποικιλομορφία των διατροφικών μας πολιτισμών. Ως εκ τούτου, οι πράσινες πολιτικές για τον διατροφικό πολιτισμό διατηρούν αυτή την κληρονομιά. Θέλουμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να διατηρήσουν και να απολαμβάνουν στις περιφέρειές τους υγιεινά, γευστικά και τοπικά τρόφιμα. Αυτός ο σημαντικός πολιτικός στόχος απαιτεί τη συντονισμένη δράση του πράσινου κινήματος κατά της περαιτέρω εκβιομηχάνισης της αλιείας, της γεωργίας και της μεταποίησης των τροφίμων, κατά της συντριπτικής ισχύος που διαθέτουν στην αγορά οι διεθνείς έμποροι τροφίμων και κατά της ανησυχητικής μείωσης της ποικιλομορφίας, της ποιότητας και της ποσότητας των τροφίμων, για παράδειγμα μέσω της υπεραλίευσης πολλών αλιευτικών αποθεμάτων.
Διατροφικά σκάνδαλα, όπως η μόλυνση με διοξίνη και σαλμονέλα, καθώς και ασθένειες, όπως η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών και η γρίπη των πτηνών, αναπτύχθηκαν σε εργοστασιακές μονάδες και έγιναν επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία, επειδή τα ζώα και τα τρόφιμα μετακινούνται ολοένα και περισσότερο ανά την Ευρώπη και τον κόσμο. Τα τρόφιμα που προέρχονται από εργαστήρια υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των αγροτών και των καταναλωτών στο σύστημα διατροφής μας. Η ΕΕ δέχεται πιέσεις από τις ΗΠΑ και από πολυεθνικές εταιρείες προκειμένου να δεχτεί τρόφιμα τα οποία παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς (ΓΤΟ) και κλωνοποιημένα ζώα. Αν όμως οι ευρωπαίοι γεωργοί εγκαταλείψουν την ποικιλομορφία των παραδοσιακών τους φυτικών ποικιλιών και ζωικών φυλών, αν οι αλιείς εξαντλήσουν σε τέτοιο βαθμό τα αλιευτικά αποθέματα ώστε τα παραδοσιακά είδη να μην είναι πλέον διαθέσιμα, και αν οι καταναλωτές πάψουν να ενδιαφέρονται για το τι τρώνε, θα καταστραφεί η ίδια η βάση του διατροφικού μας πολιτισμού και της επισιτιστικής μας ασφάλειας.
Οι Ευρωπαίοι Πράσινοι αγωνίζονται υπέρ της ελευθερίας των ευρωπαίων πολιτών να καταναλώνουν τα τρόφιμα που επιθυμούν –όχι αυτά που η βιομηχανία τροφίμων επιθυμεί να αγοράζουν. Οι γεωργοί και οι καταναλωτές έχουν εκφράσει με σαφήνεια τις επιθυμίες τους. Έχουν απορρίψει τη χρήση τεχνητών ορμονών στην παραγωγή κρέατος εδώ και πολλά χρόνια και δεν επιθυμούν ΓΤΟ στα χωράφια και στα πιάτα τους στο μέλλον. Οι ευρωπαίοι πολίτες προτιμούν να γνωρίζουν από πού προέρχονται τα πιάτα που καταναλώνουν, ποια μεταχείριση επιφυλάσσεται στα ζώα και ποια πρόσθετα έχουν ενδεχομένως εισαχθεί στα τρόφιμά τους. Θέλουν να είναι σίγουροι ότι τα ψάρια τους προέρχονται από αλιευτικούς τόπους η διαχείριση των οποίων πραγματοποιείται με ορθό τρόπο και δεν βλάπτει το περιβάλλον. Επιθυμούμε να ενισχύσουμε αυτή τη στάση. Τα τρόφιμα είναι αναγκαία για τη ζωή, την υγεία και την ευημερία μας. Γι’ αυτό τα καλά τρόφιμα είναι πολιτικό ζήτημα.
2. Θέτοντας τις αγορές στην υπηρεσία των ανθρώπων
Οι πράσινες πολιτικές για τη γεωργία, την αλιεία και τα τρόφιμα στην Ευρώπη επιδιώκουν τη δημιουργία σχέσης αμοιβαίας ευθύνης μεταξύ αγροτών, αλιέων και καταναλωτών. Δεν ζητούμε τη διαχείριση των αγορών τροφίμων από το κράτος. Προσδοκούμε από την ΕΕ και τα κράτη μέλη μας να θέτουν αυστηρούς κανόνες για οικολογικά ορθό και κοινωνικά δίκαιο ανταγωνισμό και να μεριμνούν για την τήρηση αυτών των κανόνων από όλους. Καλούμε τους ευρωπαίους ιθύνοντες να σκέπτονται παγκόσμια και να δρουν ευρωπαϊκά, ενισχύοντας τις πρακτικές βιώσιμης παραγωγής, καθώς και τις συνετές καταναλωτικές συνήθειες, εντός και εκτός της ΕΕ. Η εφαρμογή βελτιωμένων κανόνων περί ανταγωνισμού πρέπει να θέσει τέρμα στη συγκέντρωση ισχύος στην αγορά του τομέα τροφίμων και να ενισχύσει τις περιφερειακές και τοπικές αγορές. Η δημόσια ενίσχυση των αγροτών και της βιομηχανίας τροφίμων πρέπει να συνοδεύεται από απαιτήσεις για εφαρμογή βιώσιμων πρακτικών και πρακτικών εξοικονόμησης ενέργειας στο σύνολο της παραγωγής τροφίμων. Οι εισαγωγές τροφίμων από τρίτες χώρες πρέπει καταρχήν να σέβονται αυτές τις αρχές, αν και επιτρέπονται προσωρινά εξαιρέσεις για τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Η δημόσια υποστήριξη των καταναλωτών και οι κανόνες περί φορολογίας πρέπει να ενθαρρύνουν τις υγιεινές διατροφικές επιλογές (π.χ. φρούτα και λαχανικά) των καταναλωτών και να τις καταστήσουν προσιτές σε όλους, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικού επιπέδου και κοινωνικής τάξης.
Πολλοί αγρότες συνεχίζουν να αισθάνονται υποχρεωμένοι να παράγουν με σκοπό να παραμένουν ανταγωνιστικοί, άλλοι όμως έχουν ανακαλύψει νέους τρόπους προώθησης του αισθήματος ιδιοκτησίας των τοπικών αγορών. Η πώληση των προϊόντων τους ως πρώτων υλών σε μια ανώνυμη αγορά τροφίμων έχει υπονομεύσει την ικανότητά τους να κατανοούν τις επιθυμίες των καταναλωτών και να προσαρμόζουν την παραγωγή τους στις απαιτήσεις τους. Η ανάπτυξη τοπικών αγορών, η αποκέντρωση της μεταποίησης και η άμεση συνεργασία με τους καταναλωτές τούς επιτρέπει να προσφέρουν πολύ μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, η οποία επιστρέφει στα αγροκτήματά τους και ενισχύει τις ευρύτερες αγροτικές οικονομίες. Αυτό είναι σημαντικό για τη διατήρηση της ζωτικότητας και της ελκυστικότητας της υπαίθρου. Όλο και περισσότεροι καταναλωτές δείχνουν προτίμηση σε βιολογικά και υγιεινά τρόφιμα και τους απασχολούν η γεωγραφική προέλευση και οι υγιεινές ιδιότητες των τροφίμων. Η πράσινη πολιτική για τον διατροφικό πολιτισμό προωθεί την ανακάλυψη αυτού του νέου αισθήματος ιδιοκτησίας της αγοράς και αμοιβαίας ευθύνης. Έτσι, θέτουμε τις αγορές στην υπηρεσία των ανθρώπων.
3. Αλλαγή των κανόνων για τη βελτίωση της ποιότητας των τροφίμων και τη δεοντολογική παραγωγή τροφίμων
Η πράσινη κοινοτική πολιτική τροφίμων θα μεταβάλει το τι θεωρείται κανόνας και τι εξαίρεση όσον αφορά την πραγματική ποιότητα των τροφίμων. Αντί να επιδοτείται αρχικά η βιομηχανική παραγωγή και στη συνέχεια να καθίσταται αναγκαία η κάλυψη του κόστους από τη ρύπανση των υδάτων και την αύξηση των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης, κριτήριο αξιολόγησης για την παροχή δημόσιας στήριξης πρέπει να καταστούν οι πλέον προηγμένες βιώσιμες μέθοδοι. Αυτές περιλαμβάνουν τη βιολογική γεωργία και άλλες βιώσιμες πρακτικές οι οποίες διατηρούν τη βιοποικιλότητα και τους υδάτινους πόρους, ενισχύουν την εναλλαγή των καλλιεργειών και τη γονιμότητα του εδάφους, προλαμβάνουν πλημμύρες, ξηρασίες και πυρκαγιές και μειώνουν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου μέσω της συνδυασμένης αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής. Η βιομηχανική γεωργία και όλες οι μεταποιητικές πρακτικές οι οποίες προκαλούν σήμερα αυξημένο κόστος στον τομέα της δημόσιας υγείας (πρόκληση αλλεργιών, νόσων του πεπτικού και χρόνιων νόσων) και δαπάνες για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος πρέπει να καταργηθούν σταδιακά και να αντικατασταθούν από βιώσιμες παραγωγικές πρακτικές. Η πράσινη πολιτική τροφίμων περιλαμβάνει επίσης νομοθεσία για τη βελτίωση της ορθής μεταχείρισης των ζώων.
Η κοινή αλιευτική πολιτική πρέπει να μεταρρυθμιστεί περαιτέρω έτσι ώστε να πάψουν να διατίθενται ενισχύσεις για την υπεραλίευση εντός και εκτός των ευρωπαϊκών υδάτων και να βοηθηθούν οι αλιείς να αναζητήσουν άλλα μέσα εξασφάλισης εισοδήματος, για παράδειγμα μέσω προγραμμάτων επανεκπαίδευσης. Καταστροφικές πρακτικές όπως η απόρριψη τεράστιων ποσοτήτων ιχθύων καλής ποιότητας ή η χρήση συρόμενων διχτυών βυθού πρέπει να απαγορευθούν. Επιπλέον, η αγορά πρέπει να σταματήσει να δέχεται αλιεύματα τα οποία προέρχονται από παράνομη αλιεία, καθώς και αλιεία που διεξάγεται χωρίς την υποβολή εκθέσεων και την εφαρμογή κανόνων.
Η πράσινη πολιτική τροφίμων απαιτεί, ως εκ τούτου, την πλήρη ενοποίηση των πολιτικών στους τομείς της γεωργίας, του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας και της ποιότητας των τροφίμων. Η διαμόρφωση του κανόνα όσον αφορά την παραγωγή τροφίμων πρέπει να στηρίζεται στις πλέον βιώσιμες πρακτικές και στη διαφοροποίηση, σε τοπικό επίπεδο, της μεταποίησης και της διάθεσης των τροφίμων στην αγορά. Αν και, υπό το πρίσμα επανειλημμένων διατροφικών κρίσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση της ασφάλειας των τροφίμων όσον αφορά την απουσία επιβλαβών νοσογόνων παραγόντων και ουσιών στη διατροφική αλυσίδα, οι πρωτοβουλίες αυτές συχνά αποδυναμώνονται ή επιβραδύνονται από τα κράτη μέλη, ή υπονομεύονται από τις διαπραγματεύσεις σχετικά με το διεθνές εμπόριο και τις συμφωνίες ελευθέρων συναλλαγών στο πλαίσιο του ΠΟΕ.
Προκειμένου να καταστεί οικολογική η Κοινή Γεωργική Πολιτική της ΕΕ, πρέπει οι επενδύσεις να εστιάσουν στις κοινωνικές και περιβαλλοντικές υποδομές και στη βιώσιμη ανάπτυξη της υπαίθρου. Τασσόμαστε υπέρ μιας γνήσιας πράσινης επανάστασης με μέσα την προώθηση της ευαισθητοποίησης και την κατάρτιση των αγροτών και των καταναλωτών, την περαιτέρω αποκέντρωση της υψηλής ποιότητας μεταποίησης τροφίμων, τη μείωση των μεταφορών ζώων και την εμπορία σε μικρές αποστάσεις, το δίκαιο εμπόριο και την πραγματική σήμανση των ποιοτικών τροφίμων.
Πλαίσιο 1: Αλλαγή των κανόνων – αιτήματα των Πρασίνων
– σταδιακή κατάργηση των ενισχύσεων για την αγροτοβιομηχανική ανάπτυξη – οι δημόσιες ενισχύσεις προς τους αγρότες πρέπει να συνδέονται με την αυστηρή τήρηση της νομοθεσίας για το περιβάλλον και την ασφάλεια των τροφίμων (μη χρήση επικίνδυνων φυτοπροστατευτικών προϊόντων, μη χρήση αντιβιοτικών ή αυξητικών παραγόντων στην κτηνοτροφία, συμμόρφωση με τα πρότυπα προστασίας του περιβάλλοντος και ορθής μεταχείρισης των ζώων)·
– ειδική ενίσχυση των βιολογικών και εκτατικών καλλιεργειών, περιλαμβανομένων των υποδομών για τη μεταποίηση σε τοπικό επίπεδο (μικρές εγκαταστάσεις σφαγής και μεταποίησης)·
– ενίσχυση των αλιευτικών μεθόδων οι οποίες προκαλούν τις μικρότερες δυνατές περιβαλλοντικές καταστροφές και χρήση της προληπτικής προσέγγισης για την πρόληψη της υπερεκμετάλλευσης·
– φορολογικές πολιτικές που υποστηρίζουν τη χρήση υγιεινών τροφίμων (π.χ. φρούτων και λαχανικών) και μειώνουν τη χρήση ανθυγιεινών τροφίμων (π.χ. όσων περιέχουν μεγάλες ποσότητες ζάχαρης, ραφιναρισμένα δημητριακά ή κορεσμένα λιπαρά)·
– αποθάρρυνση της εντατικής και βιομηχανικής παραγωγής, περιλαμβανομένης της ιχθυοκαλλιέργειας, μέσω της αυστηρής εφαρμογής της νομοθεσίας που διέπει την προστασία του περιβάλλοντος, την ορθή μεταχείριση των ζώων και την ασφάλεια των τροφίμων (αρχή των οικολογικών προϋποθέσεων ή της πολλαπλής συμμόρφωσης)·
– ειδική ενίσχυση των γεωργικών πρακτικών που δεν έχουν εμπορικούς σκοπούς όπως οι πράσινες και γαλάζιες υπηρεσίες.
4. Ολοκλήρωση των πολιτικών – επιβολή της αρχής της προφύλαξης
Οι πράσινες πολιτικές για τη γεωργία και τα τρόφιμα απαιτούν, συνεπώς, την ενίσχυση της αρχής της προφύλαξης στις δημόσιες πολιτικές για τα τρόφιμα και τη δημόσια υγεία –γεγονός που σημαίνει ότι οι κίνδυνοι που ενέχουν τα μη ασφαλή τρόφιμα για τη δημόσια υγεία πρέπει να ελαχιστοποιηθούν και η ποιότητα της διατροφής μας πρέπει να βελτιωθεί μέσω βιώσιμων πρακτικών παραγωγής τροφίμων. Η ΕΕ δεν πρέπει να περιορίζει την πολιτική τροφίμων στον εντοπισμό επιβλαβών ουσιών στο τέλος της αλυσίδας παραγωγής. Πρέπει να επιβληθούν αντικειμενικά πρότυπα τα οποία να εγγυώνται υγιεινά προϊόντα διατροφής στο σύνολο της παραγωγικής αλυσίδας, από την καλλιέργεια των σοδειών και των ζωοτροφών και την παραγωγή των αλιευμάτων μέχρι την τελική επεξεργασία, τη λιανική πώληση και την κατανάλωση των τροφίμων. Αυτά τα προσανατολισμένα στις διαδικασίες πρότυπα εφαρμόζονται μέχρι στιγμής μόνο στο πλαίσιο του κοινοτικού κανονισμού για τη βιολογική γεωργία. Προκειμένου να αυξηθεί η ασφάλεια και η ποιότητα των τροφίμων, πρέπει στο μέλλον να εφαρμόζονται επίσης κατά τη συμβατική παραγωγή τροφίμων, είτε αυτά προέρχονται από τη γεωργία, είτε από την αλιεία και την ιχθυοκαλλιέργεια.
Αυτή η προσέγγιση με βάση τις διαδικασίες έχει ενσωματωθεί στους κοινοτικούς κανόνες για την υγιεινή των τροφίμων. Εντούτοις, υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ υγιεινής και ποιότητας των τροφίμων. Πρέπει να ακολουθούνται αυστηροί κανόνες υγιεινής στα σφαγεία, στη μεταποίηση κρέατος, αλιευμάτων, γάλακτος και τροφίμων και στα αγροκτήματα, όμως οι κανόνες αυτοί πρέπει να διαφοροποιούνται και να προσαρμόζονται με ευέλικτο τρόπο στους συναφείς κινδύνους, την απόσταση μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή και την αναγκαία διάρκεια αποθήκευσης σε σχέση με το χρονικό διάστημα μεταξύ μεταποίησης και τελικής κατανάλωσης. Αν και οι ευρωπαϊκοί κανόνες περί υγιεινής προβλέπουν τέτοιου είδους ευελιξία, συχνά ερμηνεύονται έτσι ώστε να προσαρμόζονται στις ανάγκες των μεγάλων βιομηχανιών: η μεγάλης κλίμακας συγκέντρωση μονάδων μεταποίησης, που οδηγεί στο κλείσιμο μικρών σφαγείων και αγροκτημάτων παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, αποτελεί συχνά την κρυφή επιδίωξη της εφαρμοζόμενης πολιτικής τροφίμων.
Ως Πράσινοι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουμε επιτύχει τη θέσπιση πιο ευέλικτων κανόνων για τις μικρές μονάδες μεταποίησης, τα παραδοσιακά προϊόντα και την άμεση πώληση προϊόντων. Τα περισσότερα όμως κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν αυτούς τους κανόνες και πρέπει να τους ασκηθεί πίεση από τους αγρότες και τους καταναλωτές προκειμένου να υποστηρίξουν τις τοπικές δομές. Ένα παράδειγμα είναι το τυρί από νωπό γάλα: ενώ το (φυσιολογικό) μικροβιακό περιεχόμενο του γάλακτος σε έναν αλπικό βοσκότοπο ενδέχεται να είναι πολύ υψηλό ώστε να επιτρέπεται η ψύξη του επί δύο ημέρες προτού συλλεχθεί και μεταφερθεί σε μια βιομηχανική γαλακτοκομική μονάδα που απέχει εκατό χιλιόμετρα, το γάλα είναι ίσως πιο ενδεδειγμένο να χρησιμοποιηθεί για την απευθείας παραδοσιακή επεξεργασία και μετατροπή του σε τυρί από νωπό γάλα, απαιτώντας έτσι απλούστερα πρότυπα υγιεινής.
Πλαίσιο 2: Πρότυπα βιωσιμότητας – αιτήματα των Πρασίνων
– εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης στο σύνολο της αλυσίδας παραγωγής των τροφίμων και καθιέρωση σαφών κανόνων περί ευθύνης (ιδίως για τα χημικά κατάλοιπα και την επιμόλυνση με ΓΤΟ)·
– επιβολή προτύπων τα οποία εγγυώνται την ασφάλεια των τροφίμων, χωρίς να περιορίζεται η αναγκαία ευελιξία κατά την εφαρμογή με σκοπό τη διατήρηση και διαφοροποίηση της παραγωγής τροφίμων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο (ειδικοί κανόνες υγιεινής για τις τοπικές αγορές και τις μικρές μεταποιητικές επιχειρήσεις)·
– διεύρυνση του ορισμού των προτύπων ποιότητας, έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνονται οι μεγάλες διαφορές ως προς τον διατροφικό πολιτισμό και τις προτιμήσεις (ενίσχυση των πρακτικών που αποβλέπουν στη διατήρηση της βιοποικιλότητας και του τοπικού διατροφικού πολιτισμού)·
– κατά τον καθορισμό των προτύπων υγιεινής, πρέπει να ορίζονται σαφή περιθώρια ανοχής για τις επίσημες αρχές και τους κτηνιάτρους που ελέγχουν την εφαρμογή των εν λόγω προτύπων, έτσι ώστε να επεκτείνεται η ευελιξία και να παρέχονται προσανατολισμοί για τις επιμέρους αποφάσεις·
– σε περιορισμένο βαθμό και εφόσον δεν δημιουργούνται άμεσοι κίνδυνοι υγείας, οι κανόνες για την τοπική εμπορία παραδοσιακών προϊόντων πρέπει να είναι διαπραγματεύσιμοι μεταξύ της επίσημης ελεγκτικής αρχής, των καταναλωτών και των παραγωγών.
5. Αντίσταση στην ισχύ της βιομηχανίας τροφίμων
Η ισχύς της διεθνούς βιομηχανίας τροφίμων αυξάνεται επειδή η γεωργία εξειδικεύεται ολοένα και περισσότερο και παράγει συστατικά για τον σχεδιασμό τροφίμων παρά υγιεινές τροφές. Όλο και μεγαλύτερο ποσοστό της διατροφής μας αποτελείται από επεξεργασμένα τρόφιμα. Ενώ δαπανούμε όλο και λιγότερο χρόνο για την παρασκευή των τροφών μας, καταναλώνουμε όλο και περισσότερα τεχνητά πρόσθετα όπως συντηρητικά, γαλακτωματοποιητές, ενισχυτικά γεύσης και αρωματικές ουσίες, ουσίες στις οποίες στηρίζεται η βιομηχανία τροφίμων. Αρκετές χιλιάδες από αυτά τα συστατικά είναι εγκεκριμένα, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν τοξικολογικές μελέτες σχετικά με τη δυνητικά πολυσύνθετη αλληλεπίδρασή τους στα σώματά μας. Οι πολυεθνικοί παράγοντες της βιομηχανίας τροφίμων ασκούν σημαντική επιρροή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε ευρωπαϊκά και διεθνή όργανα τα οποία αποφασίζουν σχετικά με τα πρότυπα τροφίμων (τον Codex Alimentarius – ένα όργανο το οποίο ελέγχουν από κοινού οι υπηρεσίες ασφάλειας των τροφίμων της ΠΟΥ και του Οργανισμού Επισιτισμού και Γεωργίας του ΟΗΕ). Αυτά τα «τεχνικά» ή «συμβουλευτικά» όργανα, τα οποία οφείλουν να είναι ανεξάρτητα, αλλά συχνά συγκεντρώνουν εμπειρογνωμοσύνη από τις οικείες βιομηχανίες, δεν υπόκεινται σε πλήρη δημοκρατικό έλεγχο, ενώ η πολιτική ισχύς τους και η ισχύς τους στην αγορά αυξάνεται διαρκώς.
Οι ευρωπαϊκές πράσινες πολιτικές για τα τρόφιμα προϋποθέτουν τον καλύτερο έλεγχο της βιομηχανίας τροφίμων και τη δυνατότητα των καταναλωτών να προβαίνουν σε ενημερωμένες επιλογές. Είναι αναγκαίο να ενημερώνονται οι καταναλωτές σχετικά με επιχειρήσεις οι οποίες ευθύνονται για επανειλημμένες ή σοβαρές παραβιάσεις των προτύπων ασφάλειας των τροφίμων («κατονομασία και διαπόμπευση»), να περιοριστεί ο αριθμός των εγκεκριμένων προσθέτων, να διασφαλιστεί η πλήρης επισήμανση της χρήσης τους και να βελτιωθεί ο έλεγχος των ανεπιθύμητων ουσιών στα τρόφιμα (φυτοπροστατευτικά προϊόντα, αντιβιοτικά, άλλα κατάλοιπα). Η πράσινη πολιτική τροφίμων απαιτεί διαφάνεια όσον αφορά τις συνεδριάσεις των συμβουλευτικών επιτροπών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) και διεθνών οργάνων όπως ο Codex Alimentarius ή ο ΠΟΕ, περιλαμβανομένης της δημοσίευσης των απόψεων της μειοψηφίας. Η ΕΕ πρέπει επίσης να δώσει σε μη κυβερνητικές οργανώσεις δικαίωμα άσκησης δικαστικών προσφυγών κατά των αποφάσεων τέτοιων οργάνων.
Οι διεθνείς εταιρείες τροφίμων εμποδίζουν τους αγρότες, τους αλιείς και τους καταναλωτές να λαμβάνουν ή να καταβάλλουν δίκαιο αντίτιμο για την αγορά τροφίμων. Χρησιμοποιούν την ισχύ τους στην αγορά για να αυξάνουν τις τιμές λιανικής σε επίπεδα που δεν δικαιολογούνται από τη μέση τιμή στο αγρόκτημα ή τις τιμές που καταβάλλονται στους αλιείς. Προκειμένου να καταπολεμηθούν οι τάσεις μονοπώλησης των αγορών αγροτικών προϊόντων, η ΕΕ πρέπει ως εκ τούτου να αναλάβει άμεση δράση με βάσει τους κανόνες της περί ανταγωνισμού. Το επιχείρημα ότι η ελευθέρωση των διεθνών αγορών θα ευνοούσε την περαιτέρω ενίσχυση του ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα να εξασφαλίζουν καλύτερα εισοδήματα οι αγρότες του Βορρά και του Νότου και πιο δίκαιες τιμές οι καταναλωτές, δεν ισχύει. Υπάρχουν μόνον 120 περίπου εταιρείες αγοράς τροφίμων οι οποίες ελέγχουν τις αγορές τροφίμων παγκοσμίως και εκμεταλλεύονται τη θέση τους για να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την πρόσβαση των αγροτών στην αγορά.
6. Σήμανση με σκοπό την αύξηση της διαφάνειας
Προκειμένου να μην δημιουργείται περαιτέρω σύγχυση, αλλά να επιτραπεί στους καταναλωτές να προβαίνουν σε ορθές επιλογές κατά την αγορά των τροφίμων τους, και προκειμένου να δημιουργηθούν αγορές για προϊόντα ποιότητας, είναι επιβεβλημένη η ύπαρξη αποτελεσματικών επιθεωρήσεων και ελέγχων καθώς και ευανάγνωστης σήμανσης. Τα τρέχοντα συστήματα ελέγχου εστιάζουν στην ασφάλεια των τροφίμων και δεν περιλαμβάνουν πτυχές οι οποίες άπτονται της βιωσιμότητας και των υγιεινών χαρακτηριστικών των τροφίμων. Η πράσινη πολιτική τροφίμων θα μετατρέψει την αμυντική προσέγγιση της ΕΕ στην ασφάλεια των τροφίμων σε μια ενεργητική προσέγγιση . Οι καταναλωτές χρειάζονται απλές και σχετικές πληροφορίες για να μπορούν να προβούν στις επιλογές τους. Για να καταπολεμηθεί η τρέχουσα τάση αύξησης της παχυσαρκίας, η σήμανση σχετικά με τις θρεπτικές ιδιότητες των επεξεργασμένων τροφίμων πρέπει να είναι σαφής και κατανοητή.
Οι γεωγραφικοί δείκτες τους οποίους έχει ήδη θεσπίσει η ΕΕ σε έναν κανονισμό για την ποιότητα των τροφίμων πρέπει να τροποποιηθούν έτσι ώστε να περιλαμβάνουν την πιο διαφανή πληροφόρηση. Οι κανόνες περί προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης, οι οποίες συνδέονται με ποιοτικά πρότυπα η διαπραγμάτευση των οποίων πραγματοποιείται σε τοπικό επίπεδο, πρέπει να καταστούν πιο αυστηροί, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο παραπληροφόρησης του καταναλωτή (π.χ. «τοπικά» τυριά που παρασκευάζονται από εισαγόμενο γάλα). Η ένδειξη του τόπου προέλευσης δεν πρέπει να περιορίζεται στα τρόφιμα, τα λαχανικά, τα ψάρια ή το βοδινό.
Ο τομέας των βιολογικών τροφίμων αυτορρυθμίζεται, και καθορίζει υψηλές προδιαγραφές για τον έλεγχο και την πιστοποίηση των βιολογικών προϊόντων, ενώ συγχρόνως αναπτύσσει αυστηρούς κανόνες για τη σήμανση τόσο των εγχώριων όσο και των εισαγόμενων προϊόντων. Αυτή η ανεξαρτησία πρέπει να προστατευθεί από τυχόν απόπειρες της βιομηχανίας ή των κυβερνήσεων να αποσπάσουν τον έλεγχο αυτών των λειτουργιών.
Η σήμανση των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων πρέπει να πραγματοποιείται κατά τρόπο που να επιτρέπει τον εντοπισμό από τους καταναλωτές των αυγών, του κρέατος και του γάλακτος που παράγονται με χρήση ΓΤ ζωοτροφών, περιλαμβανομένης της ευθύνης σε περίπτωση επιμόλυνσης. Υπάρχει ήδη σήμανση η οποία καταδεικνύει αν τα ψάρια έχουν αλιευθεί στη θάλασσα ή αν προέρχονται από ιχθυοκαλλιέργειες, καθώς και την ευρύτερη θαλάσσια περιοχή από την οποία προέρχονται, όμως πρέπει να συμπεριληφθούν περισσότερες λεπτομέρειες, όπως ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος της αλιείας, η μέθοδος αλίευσης των ιχθύων και η κατάσταση των αποθεμάτων άγριων ιχθύων (εξαντλημένα, άφθονα κ.ο.κ.).
Πλαίσιο 3: Διαφάνεια και σήμανση
– παροχή στους καταναλωτές ουσιαστικών και σχετικών πληροφοριών σχετικά με την προέλευση των προϊόντων και τον τρόπο με τον οποίο έχει παραχθεί μέσω κανονισμού της ΕΕ σχετικά με την ενημέρωση των καταναλωτών (βελτίωση της εφαρμογής της νομοθεσίας σχετικά με την ανιχνευσιμότητα και ειδική σήμανση)·
– προώθηση της στροφής των καταναλωτών στην υγιεινή διατροφή (σαφής και κατανοητή σήμανση της συσκευασίας, εκπαίδευση ως προς τον διατροφικό πολιτισμό στα σχολεία και διάθεση τροφίμων υψηλής ποιότητας στα δημόσια κυλικεία).
7. Εξισορρόπηση της επισιτιστικής και της ενεργειακής ασφάλειας
Ενόψει της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και των αναδυόμενων οικονομιών της Βραζιλίας, της Ινδίας και της Κίνας, η ζήτηση για τρόφιμα και ενέργεια σημειώνει κατακόρυφη αύξηση. Ταυτόχρονα τα φθηνά αποθέματα ορυκτελαίου μειώνονται και τα εδάφη, τα υπόγεια ύδατα και η βιοποικιλότητα εξαντλούνται σε πολλές περιοχές του κόσμου. Ενόψει της αλλαγής του κλίματος, ο κίνδυνος κακών σοδειών και λιμών καθίσταται πιο πιθανός. Τα ψάρια μπορούν να καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις προτού καταναλωθούν, καθώς ορισμένες φορές αλιεύονται στην Ευρώπη, αποστέλλονται στην Κίνα προς μεταποίηση και στη συνέχεια επιστρέφουν στην Ευρώπη για την πώληση στον τελικό καταναλωτή. Η Ευρώπη εισάγει επίσης μεγάλες ποσότητες ιχθύων από αναπτυσσόμενες χώρες, γεγονός που επηρεάζει την τοπική, περιφερειακή, ακόμη και εθνική επισιτιστική τους ασφάλεια. Πρόκειται για ένα εκρηκτικό μίγμα το οποίο οδηγεί σε οικονομικές κρίσεις και γεωπολιτικές συγκρούσεις.
Οι τρέχοντες στόχοι της ΕΕ ως προς τη χρήση αγροκαυσίμων λόγου χάρη –τα οποία, κατά τρόπο παραπλανητικό, καλούνται «βιοκαύσιμα»– έχουν ως αποτέλεσμα τη μη βιώσιμη χρήση εδάφους, νερού και ενέργειας και θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια. Ιδίως σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες οι οποίες εξαρτώνται από (εισαγόμενα) φθηνά προϊόντα διατροφής, αλλά τώρα απειλούνται από το αυξημένο κόστος της γης, του νερού και της ενέργειας για την αγορά και παραγωγή αρκετών προϊόντων διατροφής σε προσιτές τιμές. Είναι σφάλμα να εμμένουμε σε υποχρεωτικούς στόχους προκειμένου να προσθέσουμε τα αγροκαύσιμα στα ορυκτά καύσιμα, προτού διενεργηθούν ευρύτερες αξιολογήσεις του περιβαλλοντικού και κοινωνικού αντικτύπου της παραγωγής και των εισαγωγών αγροκαυσίμων. Πρόσφατη μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταδεικνύει ότι η παραγωγή αγροκαυσίμων δεν μειώνει σημαντικά τις εκπομπές CO2· απεναντίας, ενδέχεται να αυξάνει το περιβαλλοντικό κόστος κατά 60 δισ. ευρώ.
Η διαρκώς αυξανόμενη πίεση που ασκείται στους φυσικούς πόρους για την παραγωγή τροφίμων, ζωοτροφών και καυσίμων πρέπει να μειωθεί σημαντικά με βάση την αρχή της επάρκειας. Η Βόρεια Αμερική και η Ευρώπη καταναλώνουν σήμερα το 70% των παγκόσμιων αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων και το 40% των παγκόσμιων αποθεμάτων τροφίμων, ενώ αντιπροσωπεύουν το 19% μόλις του παγκόσμιου πληθυσμού. Η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αγροτικών προϊόντων και ιχθύων παγκοσμίως. Προκειμένου να αποφευχθούν μελλοντικές συγκρούσεις για την πρόσβαση σε πηγές ενέργειας, νερό και γη, οι πράσινες πολιτικές για την επισιτιστική και ενεργειακή ασφάλεια πρέπει να αντιμετωπίσουν το ζήτημα των σπάταλων παραγωγικών και καταναλωτικών πρακτικών, καθώς και τρόπων ζωής, και να προωθήσουν την πιο ισορροπημένη πρόσβαση σε τρόφιμα και ενέργεια για όλους.
Η παραγωγή κρέατος καταναλώνει περισσότερη ενέργεια από την παραγωγή δημητριακών, φρούτων και λαχανικών. Ωστόσο, η κατανάλωση κρέατος έχει αυξηθεί σε όλο τον κόσμο. Διάφορα ευρωπαϊκά ινστιτούτα υγείας έχουν αναγνωρίσει ότι οι Ευρωπαίοι σήμερα καταναλώνουν υπερβολικές ποσότητες κρέατος. Αυτό έχει επηρεάσει και συνεχίζει να επηρεάζει την παγκόσμια διαθεσιμότητα γης, νερού και ενέργειας για την κάλυψη των συναφών αναγκών. Ένα παράδειγμα είναι τα τροπικά δάση της Βραζιλίας, η έκταση των οποίων συνεχίζει να μειώνεται με ραγδαίους ρυθμούς λόγω της παραγωγής σόγιας και καλαμποκιού για την ευρωπαϊκή κτηνοτροφία. Η πράσινη πολιτική τροφίμων κατατείνει στη μείωση της κατανάλωσης κρέατος. Το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο την ενέργεια αλλά και τη δημόσια υγεία.
Πλαίσιο 4: Συγκεκριμένα μέτρα
– αποθάρρυνση της μη αποδοτικής κατανάλωσης έτσι ώστε να βελτιστοποιηθεί η χρήση ανεπαρκών φυσικών πόρων όπως η ενέργεια, τα ύδατα και το έδαφος. Τούτο σημαίνει ότι εμείς οι Πράσινοι θα προβάλουμε επίσης το ζήτημα της μη αποδοτικής κατανάλωσης κρέατος, η οποία είναι 7 φορές λιγότερο αποδοτική όσον αφορά τη χρήση εδάφους και ενέργειας σε σύγκριση με την κατανάλωση δημητριακών.
8. Δίκαιο εμπόριο και υπό προϋποθέσεις πρόσβαση στην αγορά
Το άνοιγμα των αγορών αγροτικών προϊόντων αποτελεί μία από τις εμμονές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για πάνω από μία δεκαετία. Το επιχείρημα ότι η ανάπτυξη του Νότου μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν καταστεί δυνατή η ελεύθερη ροή αγροτικών προϊόντων πέραν των εθνικών συνόρων έχει αντικρουστεί αποτελεσματικά από την κοινή γνώμη. Έχουν αναπτυχθεί πρότυπα δίκαιου εμπορίου από τη βάση προς την κορυφή, από αγρότες και αναπτυξιακές ΜΚΟ καθώς και οργανώσεις καταναλωτών, τα οποία προωθούνται πλέον σε ευρύτερες αγορές. Δεδομένων των συνεχιζόμενων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της καταστροφής των τροπικών δασών και της εξάντλησης των υδάτινων πόρων σε ορισμένες χώρες προκειμένου να παραχθούν προϊόντα προς εξαγωγή στην ΕΕ, η Επιτροπή οφείλει να αναγνωρίσει ότι η πράσινη ιδέα της υπό προϋποθέσεις πρόσβασης στην αγορά, που σημαίνει ότι πρέπει να τίθενται κοινωνικές και περιβαλλοντικές προϋποθέσεις για την πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ, είναι απολύτως αναγκαία και πρέπει να προωθηθεί ενεργά στις διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις.
Ο μόνος τρόπος άρσης του αδιεξόδου στις πολυμερείς εμπορικές συνομιλίες για την ασφάλεια των τροφίμων στην Ευρώπη και την επισιτιστική ασφάλεια στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι η «ειδική προστασία των αγορών» έναντι πρακτικών ντάμπινγκ. Τα κριτήρια καταπολέμησης του ντάμπινγκ πρέπει να περιλαμβάνουν την ασφάλεια των τροφίμων, την περιβαλλοντική και κοινωνική προστασία, την ορθή μεταχείριση των ζώων, καθώς και παραμέτρους βιοποικιλότητας που υποτίθεται ότι ισχύουν για τις άμεσες πληρωμές εντός της ΕΕ. Η μη συμμόρφωση με αυτά τα πρότυπα πρέπει να επισύρει την εφαρμογή τελωνειακών δασμών ή τελών στα σύνορα της ΕΕ και της αντίστοιχης αναπτυσσόμενης χώρας. Αυτό το «εισόδημα από ειδική προστασία» θα διατίθεται άμεσα στις αναπτυσσόμενες χώρες για την ενίσχυση προγραμμάτων καθιέρωσης αυτών των συμφωνηθεισών πρακτικών και προτύπων.
Πλαίσιο 5:
Προκειμένου να επιτύχει μια τέτοια ειδική εξωτερική προστασία, η ΕΕ πρέπει:
– να τερματίσει οριστικά όλες τις μορφές εξαγωγικών επιδοτήσεων των αγροτικών προϊόντων·
– να δημιουργήσει συμμαχίες με τον Οργανισμό Επισιτισμού και Γεωργίας και άλλες υπηρεσίες του ΟΗΕ με σκοπό την επίτευξη μιας πολυμερούς συμφωνίας σχετικά με το θέμα αυτό εντός ή εκτός του ΠΟΕ·
– να εφαρμόσει αρκετά αποτελεσματικούς συνοριακούς και διαδικαστικούς ελέγχους στους τόπους προέλευσης, προκειμένου να εγγυάται τα πρότυπα ασφάλειας των τροφίμων για τα εισαγόμενα προϊόντα·
– να μειώσει τη χρήση ενέργειας κατά την καλλιέργεια τροφίμων και ζωοτροφών, τη συγκομιδή, την παραγωγή και τη μεταφορά τους·
– να μεριμνήσει ώστε η αλιεία από κοινοτικά σκάφη στα ύδατα αναπτυσσόμενων χωρών να είναι βιώσιμη και να συμβάλλει επίσης στην ανάπτυξη της βιώσιμης αλιείας στις τοπικές κοινότητες για την κάλυψη των αναγκών τους.
9. Επένδυση στο μέλλον – βελτίωση της έρευνας στον τομέα των τροφίμων
Η γεωργική έρευνα καθιστά δυνατή την καινοτομία και την περαιτέρω ανάπτυξη του γεωργικού τομέα και του τομέα παραγωγής τροφίμων. Μέχρι στιγμής, η έρευνα αυτή έχει ως βάση το δόγμα της εντατικοποίησης και του εξορθολογισμού με σκοπό την εξοικονόμηση εργατικού δυναμικού σε όλους τους τομείς της παραγωγής. Αυτή η τάση ακολουθήθηκε από την επαγγελματική κατάρτιση σε αγροτικές σχολές. Το αποτέλεσμα ήταν η εστίαση στην ικανότητα μεγιστοποίησης του κέρδους από την παραγωγή εμπορευμάτων, γεγονός που οδήγησε σε συγκέντρωση της αγροτικής παραγωγής σε ορισμένες ευνοημένες περιφέρειες και σε μείωση του πληθυσμού άλλων περιφερειών. Ομοίως, στην αλιεία, η έρευνα έχει εστιαστεί στην αλίευση όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων αλιευμάτων, ανεξαρτήτως του περιβαλλοντικού αντικτύπου, με αποτέλεσμα την ετήσια απόρριψη εκατομμυρίων τόνων ιχθύων σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η προώθηση της ανάπτυξης και της καινοτομίας στην αλιεία και τη γεωργία, και στη βιομηχανία παραγωγής τροφίμων γενικότερα, πρέπει να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της κοινωνίας. Η έρευνα και η εκπαίδευση απαιτούν νέους στόχους και πρέπει να εστιάζουν στη βιώσιμη παραγωγή στη γη και τη θάλασσα, καθώς και στις μεταβαλλόμενες καταναλωτικές συνήθειες, παρά στην εντατικοποίηση της βιοτεχνολογίας. Το ευρύ φάσμα υπηρεσιών που χρειάζεται η κοινωνία, από την ποιότητα των τροφίμων έως τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος και τον αγροτικό τουρισμό, πρέπει να αντικατοπτρίζεται στην έρευνα και την εκπαίδευση.
Συνεπώς, η πράσινη πολιτική για την έρευνα στον τομέα των τροφίμων θέτει προτεραιότητες για ολοκληρωμένη κοινωνική, περιβαλλοντική και οικονομική έρευνα η οποία αποβλέπει στη βελτίωση των κύκλων ζωής σε όλα τα επίπεδα της παραγωγής και της κατανάλωσης και η οποία αξιοποιεί συνέργειες με τη φυσική και κοινοτική αγροτική παραγωγή βάσει των αρχών της επάρκειας.
Πλαίσιο 6:
– Αντί να εστιάζει στη γενετική τεχνολογία και τη μεγιστοποίηση του κέρδους προς όφελος των μεγάλης κλίμακας αγροτοβιομηχανικών επιχειρήσεων, η γεωργική έρευνα πρέπει να δίνει έμφαση στη διαφοροποίηση της απασχόλησης και στην προώθηση της καινοτομίας στις αγροτικές περιοχές μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και προσαρμοσμένων τεχνολογιών.
– Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στον εκσυγχρονισμό της βιολογικής γεωργίας και της καλλιέργειας χαμηλών εισροών μέσω εστιασμένης έρευνας.
– Η έρευνα στον τομέα της αλιείας πρέπει να στραφεί, από τη μεγιστοποίηση της άμεσης απόδοσης παρά τον όποιο περιβαλλοντικό αντίκτυπο, σε μεθόδους αλιείας οι οποίες οδηγούν στη σύλληψη μόνο ενήλικων ιχθύων οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν, αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα είδη ιχθύων και ζώων (καρχαρίες, πτηνά, θαλάσσια θηλαστικά κλπ.) στο νερό.
– Τα εκπαιδευτικά και ενημερωτικά προγράμματα πρέπει να εστιάζουν σε βιώσιμες μεθόδους παραγωγής τροφίμων και στρατηγικές προώθησης στην αγορά διαφοροποιημένων προϊόντων διατροφής υψηλής ποιότητας.
10. Τροφή για σκέψη – βιώσιμες σχέσεις μεταξύ αγροτικών και αστικών περιοχών
Προκειμένου να επαναφέρει τα υγιεινά και φρέσκα τρόφιμα στην πολιτική ατζέντα, η ΕΕ πρέπει να επαναπροσδιορίσει τις βιώσιμες σχέσεις μεταξύ αγροτικών και αστικών περιοχών. Οι αγροτικές περιοχές δεν μπορούν να προσφέρουν υγιεινά και φθηνά τρόφιμα εάν οι πόλεις συνεχίζουν να διοχετεύουν αυξανόμενες ποσότητες απορριμμάτων και μολυσμένων υδάτων στην «ενδοχώρα» τους και οι διαρθρωτικές πολιτικές θέτουν συστηματικά σε μειονεκτική θέση τους πολίτες των αγροτικών περιφερειών.
Η ποιότητα των τροφίμων στην ΕΕ πλήττεται επίσης από μια εσφαλμένη ιδεολογία και την εφαρμογή της κοινοτικής στρατηγικής της Λισαβόνας με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη. Η συνοχή, η ανταγωνιστικότητα και η βιώσιμη ανάπτυξη είναι τρεις αδιαχώριστοι στόχοι για τις μελλοντικές πολιτικές αγροτικής και αστικής ανάπτυξης.
Η συνοχή δεν είναι μόνο θέμα αναδιανομής του πλούτου από πλουσιότερες σε φτωχότερες περιφέρειες της Ένωσης. Είναι η δέσμευση να συμβάλουμε στη μείωση των διαπεριφερειακών ανισοτήτων.
Η ανταγωνιστικότητα δεν είναι μόνο θέμα εξεύρεσης του πιο αποτελεσματικού τρόπου παραγωγής, και εξασφάλισης του χαμηλότερου κόστους και τιμής για τις υπηρεσίες και τα αγαθά. Αφορά επίσης την ποιότητα, την προέλευση και τον αντίκτυπο στον τομέα της απασχόλησης. Οι αγροτικές πολιτικές της ΕΕ πρέπει, ως εκ τούτου, να διακρίνουν μεταξύ των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε τοπική ή περιφερειακή κλίμακα και όσων δραστηριοποιούνται σε ευρωπαϊκή ή παγκόσμια κλίμακα.
Η βιωσιμότητα δεν είναι μόνο θέμα διατήρησης των φυσικών πόρων. Αφορά την προσεκτική χρήση και μεταχείριση των εδαφών, των υδάτων, της βιοποικιλότητας και άλλων κοινών πόρων. Περιλαμβάνει επίσης τη διασφάλιση της κοινωνικής συνέχειας, καθώς και της μακροπρόθεσμης ζωτικότητας των τοπικών οικονομιών.
Προκειμένου να καταστεί επιτυχής η νέα αγροτική και αστική πολιτική επισιτιστικής ασφάλειας, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι εθνικές κυβερνήσεις και η κοινωνία των πολιτών πρέπει να επεξεργαστούν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Η διάθεση πόρων από τον δημόσιο τομέα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη διάθεση ενέργειας και πόρων του ιδιωτικού και εθελοντικού τομέα. Οι κάτοικοι αγροτικών περιοχών πρέπει να μετέχουν ενεργά στην εφαρμογή των προγραμμάτων ανάπτυξης της υπαίθρου.
Πλαίσιο 7
Προκειμένου να δημιουργηθεί προστιθέμενη αξία στη γεωργία και να αναπτυχθούν αγορές για ποιοτικά προϊόντα,
– οι δημόσιοι πόροι πρέπει να στραφούν από την παρέμβαση στην αγορά στην προαγωγή αγροτικών υποδομών οι οποίες διατηρούν τα τοπικά και περιφερειακά προϊόντα ποιότητας, σε επενδύσεις με σκοπό την ορθή μεταχείριση των ζώων, στη διατήρηση της βιοποικιλότητας και στην ασφάλεια των τροφίμων·
– απαιτείται αναπροσανατολισμός σε φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους καλλιέργειας με μειωμένα κατάλοιπα ρυπαντών και μεθόδους παραγωγής που εξοικονομούν πόρους (ενέργεια, νερό, κοπριά, χημικά προϊόντα,…)·
– η βιολογική γεωργία πρέπει να προαχθεί μέσω της χρήσης δημοσίων ενισχύσεων για τη μετατροπή εκτάσεων γης και τη διάθεση βιολογικών προϊόντων σε σχολεία, νοσοκομεία και δημόσια κυλικεία· τα βιολογικής προέλευσης τρόφιμα για μωρά πρέπει να καταστούν γενικός κανόνας·
– οι επιδοτήσεις οι οποίες οδηγούν σε υπεραλίευση πρέπει να διατεθούν για την προώθηση πιο επιλεκτικού αλιευτικού εξοπλισμού και τη μείωση της τεράστιας πλεονάζουσας αλιευτικής ικανότητας των κοινοτικών στόλων, έτσι ώστε να εναρμονίζονται με τα διαθέσιμα αλιευτικά αποθέματα.